Wilhelm Kempff plays Beethoven's Moonlight Sonata (1st movement)
Της σελήνης
I
Με ξύπνησαν τα δάχτυλα από το σεληνόφως.
Άυλο χάδι, ψυχρό.
Αισθανόμουν ρίγη.
Τούτη η απροσδιόριστη, αόριστη θωπεία
μετέδινε στην παρουσία μου
την αργυρόηχη δύναμή της,
ελαφρότατη σαν σκιά,
επίμονη, άγνωστη ομιλία.
Ω, η αδυσώπητη αφή, αίσθηση δεινή,
όπως ν' αγγίξει μπορεί
ήχος μακρινός, εξαίσια λυπητερός.
Έτρεμα απ' την πιο ακίνητην ηδονή
και το φως ήθελε να μ' ανησυχεί
σιωπηλό, άλλου κόσμου φωνή ερωτική.
Τούτ' η ανησυχία,
μέσ' στην πλήρη νυχτερινήν ησυχία,
με περιτρέχει. Ήμουν ακίνητος σαν κοιμισμένος
κι όμως, μαζί φοβερά ξυπνητός,
όπως στα όνειρα.
Στην τέλεια σιγή μέσα,
έξαφνα, αισθάνθηκα τότε,
όλη την ψυχρήν ειρωνεία απ' το φως αυτό,
εκείνην που έχουν τα σκιώδη, τα φευγαλέα,
εκείνα που γλιστράν απ' τα χέρια μας,
τα ονειρώδη εκείνα, που η αφή μας αποζητά
και χάνονται,
αφήνοντας τα χέρια μας ανοιχτά,
πεινασμένα, πυρετώδη να περιμένουν.
Από τη συλλογή Το πλοίο (1955)
Της σελήνης
I
Με ξύπνησαν τα δάχτυλα από το σεληνόφως.
Άυλο χάδι, ψυχρό.
Αισθανόμουν ρίγη.
Τούτη η απροσδιόριστη, αόριστη θωπεία
μετέδινε στην παρουσία μου
την αργυρόηχη δύναμή της,
ελαφρότατη σαν σκιά,
επίμονη, άγνωστη ομιλία.
Ω, η αδυσώπητη αφή, αίσθηση δεινή,
όπως ν' αγγίξει μπορεί
ήχος μακρινός, εξαίσια λυπητερός.
Έτρεμα απ' την πιο ακίνητην ηδονή
και το φως ήθελε να μ' ανησυχεί
σιωπηλό, άλλου κόσμου φωνή ερωτική.
Τούτ' η ανησυχία,
μέσ' στην πλήρη νυχτερινήν ησυχία,
με περιτρέχει. Ήμουν ακίνητος σαν κοιμισμένος
κι όμως, μαζί φοβερά ξυπνητός,
όπως στα όνειρα.
Στην τέλεια σιγή μέσα,
έξαφνα, αισθάνθηκα τότε,
όλη την ψυχρήν ειρωνεία απ' το φως αυτό,
εκείνην που έχουν τα σκιώδη, τα φευγαλέα,
εκείνα που γλιστράν απ' τα χέρια μας,
τα ονειρώδη εκείνα, που η αφή μας αποζητά
και χάνονται,
αφήνοντας τα χέρια μας ανοιχτά,
πεινασμένα, πυρετώδη να περιμένουν.
Από τη συλλογή Το πλοίο (1955)
-small.jpg)


5 comments:
Όμορφο ποίημα που πάνω σε ένα φόντο ακινησίας, πρωταγωνιστεί μια υπέροχη αισθαντική κινητικότητα. Είναι από τις στιγμές που μόνο ο ποιητής μπορεί να εκφράσεικαι να αναδείξει, την ώρα που όλοι εμείς αισθανόμαστε μεν αλλά δεν μπορούμε να εκφράσουμε ό,τι αισθανόμαστε.
Εκείνα που θέλω να παρατηρήσω όμως ως αναγνώστης είναι:
α. Η λέξη "αργυρόηχη" = αργυρός ήχος, είναι καθαρά εγκεφαλική και τεχνητή και μένα προσωπικά μου χτυπάει καμπανάκι.
β. Δεν καταλαβαίνω αφού η ποιήτρια είναι γυναίκα, γιατί μιλάει ως άντρας.
Και γ. Λέει:
"αφήνοντας τα χέρια μας ανοιχτά,
πεινασμένα, πυρετώδη να περιμένουν."
Θα προτιμούσα να πει: "Αφήνοντας τα χέρια μας ανοιχτά να περιμένουν."
Έτσι ο στίχος γίνεται πιο απλός, πιο δραστικός και ασφαλώς εμπεριέχει-υπονοεί και τα πεινασμένα και τα πυρετώδη που στην ουσία καθίστανται, κατά τη γνώμη μου, λέξεις περιττές που βαραίνουν χωρίς λόγο το ποίημα.
Θεωρώ δηλαδή ότι αφού η ποίηση είναι λόγος αποσταγμένος, δεν χρειάζονται ούτε περαιτερω επεξηγήσεις, (πυρετώδη-πεινασμένα) ούτε πομπώδεις λέξεις, που κάνουν ζημιά στην ισορροπία του ποιήματος.
Πολλές φορές η σοφία του ποιήματος με απλές λέξεις και εκφράσεις, αναδεικνύει και το πάθος και την προσδοκία.
Μάλιστα. Αφού συμφωνήσουμε απολύτως σε όσα λες στην πρώτη παράγραφο του σχολίου σου, Φαίδωνα, ήρθε (επιτέλους) η ώρα να διαφωνήσουμε στα επιμέρους. :-)
Καταρχήν, η δύναμη της θωπείας είναι αργυρόηχη και η λέξη θεωρώ πως δένει περίφημα με τον δεύτερο στίχο (άυλο χάδι, ψυχρό) καθώς και με τον ενδέκατο (ήχος μακρινός, εξαίσια λυπητερός) και ότι, ναι, θέλει να χτυπήσει ένα καμπανάκι και είναι σκοπίμως τεχνητή και στημένη εκεί που είναι για να αποδώσει το νόημα που θέλει η ποιήτρια.
Τα χέρια μας μπορεί να μείνουν ανοιχτά να περιμένουν, μα δεν εξυπακούεται ούτε ο πυρετός της προσμονής ούτε η πείνα της σάρκας. Κατά συνέπεια, δεν θεωρώ τις λέξεις περιττές αφού θέλει να εκφράσει τόσο έντονα συναισθήματα η ποιήτρια και, κατά τη γνώμη μου, ουδόλως πομπώδεις είναι οι λέξεις «πυρετώδη» και «πεινασμένα». Ούτε πιστεύω ότι βαραίνουν το ποίημα, άσε που αν έλειπαν θα είχαμε μια υπεραπλούστευση κι όχι τη δέουσα επίταση όσων ένιωθε.
Η απορία σου για τη χρήση του αρσενικού γένους ήταν για πολύ καιρό και δική μου. Μάλιστα, παρατήρησα ότι η Καρέλλη εννιά φορές στις δέκα κάνει το ίδιο όταν οι στίχοι της γίνονται (τολμηρά) ερωτικοί. Δεν μπόρεσαν να μου εξηγήσουν το σκεπτικό της όσοι λογοτέχνες τη γνώριζαν καλά και τους ρώτησα. Κατέληξα, λοιπόν, σ' ένα προσωπικό και ενδεχομένως απόλυτα αυθαίρετο συμπέρασμα ότι κατέφευγε σ' αυτή την «ακίνδυνη» λύση για ν' αντιμετωπίσει επιτυχώς το συντηρητισμό της Θεσσαλονίκης και του εγγύς περιβάλλοντός της κατά τη μεταπολεμική και μετεμφυλιακή εποχή.
Θα περάσουμε αργότερα στο δεύτερο σκέλος του ποιήματος για τη σελήνη που οφείλω να πω από τώρα ότι είναι ένα από τα 20 ομορφότερα ποιήματα (ελληνικά τε και μη) που έχω διαβάσει στη ζωή μου.
Φυσικά και δεν μπορούμε να συμφωνούμε σε όλα. Ο καθένας που θα διαβάσει ας κρίνει σύμφωνα με τη δική του κρίση-γνώση αλλά και σύμφωνα με την ιδιοσυγκρασία του, που συνήθως παίζει ένα μεγάλο ρόλο. Ο Σεφέρης ας πούμε είναι νομπελίστας, αλλά δεν μου αρέσει προσωπικά, η επιτηδευμένη απλότητα της ποίησής του.
Παραμένω στις απόψεις που σου εξέφρασα και τονίζω για μια ακόμα φορά, ότι σ' όλο το ποίημα η Καρέλλη, προετοιμάζει για το πως και τι θα περιμένουν στο τέλος τα ανοιχτά χέρια. Συνεπώς τα πυρετώδη και πεινασμένα επεξηγούν , ως μη όφειλαν, αυτό που ήδη υφέρπει. Τώρα για τον ήχο που έχει... χρώμα αργυρό, θα δεχόμουν τη λέξη σε υπερεαλιστική ποίηση αλλά όχι στην ποίηση της Καρέλλη. Αλλά βέβαια κάθε γνώμη, κουβαλάει την προσωπική αντίληψη και θέαση , των πραγμάτων και δεν είναι δα και κανένα δόγμα.
Ως συνήθως συμφωνούμε. Ακόμα και στο πώς μπορούμε να διαφωνούμε. Πάντως, πολύ καιρό τώρα περίμενα να διαφωνήσουμε κάπου και να που ήρθε η ώρα. :-)
Αν είναι τόσο σημαντικό γεγονός ότι διαφωνήσαμε επιτέλους! Τότε καλώς ήρθε αυτή η ώρα...
Δημοσίευση σχολίου