Ένα μεταξένιο μαγνάδι, ακαθόριστο έπεφτε κάπως βαρύ, βαρύτατο ύστερα.
Γύρευα την αρχή του με το χέρι, την κάθετην ούγια και το χέρι μου χώθηκε στο βαρύ, αδιέξοδο ύφασμα.
Τόσο, σε τούτο το εμπόδιο, ύλη πηχτή! Οι πτυχές πυκνώνουν. Κάποιο μαχαίρι ζητούσα, για ν' ανοίξω τη δίοδο.
Γιατί τούτο το ύφασμα κολλάει πολύ πάνω στο σώμα, τυλίγει τη ζωή μου, δε φεύγει από πάνω μου.
Κάποιο μαχαίρι για να κοπούν οι Συνήθειες, τα ύπουλα μάγια που φαίνονται τόσο πολύτιμα, ίσως ωραία κι είν' αδυσώπητα.
Όμως, η λεπίδα, καθώς ελπίδα πήγε να σκίσει το τύλιγμα το πλεγμένο απάνω μου πλέγμα, εμπόδιο βρήκε του σώματός μου την ψυχή και πόνεσ' επώδυνα η τομή που έκανα, πολύ.
Για να φύγω έσκισα το ντυμένο κορμί μου, για να φύγω από κει. Πέρ' απ' της Συνήθειας το ένδυμα, καθώς καίρια είχα χτυπηθεί νόμισα, πως θα πέθαινα.
Από τη συλλογή Χαλκογραφίες και εικονίσματα (1952)
Ψες ο φόβος μου ήταν εραστής φλογερός, τυραννικός. Άδικη νύχτα τυράννιας, άδικα τον παρακαλούσα να φύγει, να μ' αφήσει, που σχεδόν τον φοβόμουν πολύ, με τόση κούραση. Μου έλεγε λόγια τυραννικά κι η αγάπη μεγάλωνε μέσα μου, γινόταν πάθος παράλογο, γινόταν καημός γεμάτος ζωή. Πού η δύσκολη ν' αποκοιμηθεί ψυχή μου; Ν' αναπαυτεί ζητούσε, ζητούσε, ν' αποδιώξει τους εναγκαλισμούς γεμάτους έρωτα του φόβου, που την ήθελε δική του, γόνιμη με όνειρα και φαντάσματα.
II
Απ' τους δυο αγγέλους που φτεροκοπούσαν με φτερά μυτερά, που έξαφνα γίνονταν χαϊδευτικά, που έξαφνα με φοβέριζαν με τις οξείες σκιές τους, δεν ξέρω, δεν ξέρω ποιος είχε τα σκοτεινά, φλογερά εκείνα μάτια; Απ' τους δυο αγγέλους, ποιος ήταν δεν ήξερα ο πιο φοβερός ο έρωτας ή ο φόβος;
Κι ήμουν εγώ, η ώρα, η μοναδική που έτρεμε και δονούνταν μετέωρη κι ήμουν κρυστάλλινη και συμπαγής στιγμή, που δέχονταν την πύρινη πνοή και πάλλονταν έξαλλη κι ήμουν αλλόφρονη, είχα δυνάμεις μέσα μου παράφορες κι όμως έξοχες από διαύγεια. Ήμουν φωτιά και δροσιά, σαν διάφανη της αυγής σημασία.
Ω, η δοκιμασία εκείνης της πάλης! Πώς με κυνηγούσαν επιτήδεια όμως περηφάνια οι λαμπροί άγγελοι, ο φόβος κι ο έρωτας.
Γιατί, κι οι δυο μαζί των ανθρώπων οι δαίμονες υπήρχαν κοντά μου, εναλλάξ ψιθυρίζοντας τ' ακατάληπτα λόγια, που ζαλίζουν την απίθανη του ανθρώπου ψυχή;
Ήθελα να φύγω, ω αθλιότητα της ανθρώπινης αδυναμίας! Μετρήσου λοιπόν με της ζωής τις δυνάμεις, σκιά μου αχόρταστη. Ποιον παρακαλείς εναγώνια; Παραδώσου, για να πιστέψεις πως ζεις. Μη σφαδάζεις ασήμαντο σώμα, χωρείς μέσα σου τα πιο υπέροχα σπέρματα.
III
Η Σιωπή, ο Έρωτας κι ο Θάνατος έγιναν ερμαφρόδιτα σχήματα, πρόσωπα γίναν ανίκητα, πέτρινα σχήματα σχεδόν ακίνητα.
Γιατί, γιατί η αγάπη απόστασε και δεν μπορεί να συγκινήσει τις πιο άκαμπτες σημασίες;
Γιατί, γιατί η Μοναξιά έγινε παντοδύναμη παρουσία; Προφταίνει παντού, τούτη με πλοκάμους η αδρανής ανησυχία.
Τρεις άγγελοι, ο Θάνατος, ο Έρωτας κι η Σιωπή έχουν αποτραβηχτεί απ' τη συστροφή των ανθρώπων. Τους βλέπουν πώς παιδεύονται δίχως αγγέλους, δίχως Σιωπή, Θάνατο δίχως Έρωτα με άπειρη σημασία κι αποστρέφονται.
Από τη συλλογή Χαλκογραφίες και εικονίσματα (1952)
Πόθοι νεανικοί, σαν πολύ ωραίοι, νεανικοί εραστές, με άψογη την αγνότητα της ορμής, μ' απαράμιλλη περηφάνια κι ευγένεια.
Έσβησαν. Όπως για κάποιους νέους λεν, πως ο θεός τούς αγάπησε και νέοι πεθάναν. Ίσως να εξαφανίστηκαν δίχως επιστροφή, κάποιαν ωραία βραδιά, με πλήρες φως, μελιχρό, της σελήνης. Η εκδοχή, πως ανίερα χέρια τους έπνιξαν σε άνομα πάνω κρεβάτια, σε δωμάτια για φτηνή ηδονή, -ας την αποτρέψουμε, τούτη την αποτρόπαια σκέψη.
Τα φαντάσματα που ξανάρχονται ανήσυχα των πόθων, πανέμορφα, τραγικά πρόσωπα, ομολογούν κάποιο έγκλημα, εν τούτοις.
Από τη συλλογή Χαλκογραφίες και εικονίσματα (1952)
Εωσφόρε το πρόσωπό σου είναι σκοτεινό, το βλέμμα σου πυρό φλογίζει, το πάθος σου ηδονικά τυραννεί. Η δύναμή σου ανάβει τα σπλάχνα μας.
Τα δεσμά σου ποιος ένοιωσε ηδονή και μπόρεσε να σε λησμονήσει! Μεθάς το φτωχό μας κορμί και πλούσιο το δένεις σε ορμήν ακατάβλητη.
Τι κι αν η ζωή μας πληρώνει τυραννική τη γνώση, σκληρότατη ανταμοιβή; Τι κι αν η μοίρα μας είναι καταστροφή; Η γοητεία σου μας έχει στυλώσει σ' επιμονή τυραννισμένη, περήφανη.
Ω, η οδύνη τής άκαμπτης υπεροψίας στο χαλκόχρυσο του προσώπου σου! Τι να την κάνουμε την υπομονή; Μέθη μάς παρασέρνει με σένα που κρατάς τη μορφή ωραιότατη και στη συντριβή σου το βλέμμα λαμπρό. Καίει φωτιά η αχόρταστη, πιο πολύ μας σκληραίνει.
Πρόσωπο της δοκιμασίας μας, τ' αστραφτερά σου μάτια κι αν δεν έχουν της αφθαρσίας το φως, μας ξεσηκώνουν σε δυνάμεις ανταρσίας που ξεπληρώνουν την ύπαρξή μας, ανθρώπινη.
Πόσες φορές την εμορφιά σου προσπάθησα ν' αποσπάσω από μέσα μου κι ατόνησα, άγγελε αποδιωγμένε απ' το αιώνιο πνεύμα. Με φόβο σ' ατένισα κι επιθυμία, να χορτάσω περίμενα τη γέψη τής ζωής, απ' τη γνώση τής αμαρτίας, ύστερα.
Από τη συλλογή Χαλκογραφίες και εικονίσματα (1952)
William-Adolphe Bouguereau, Inspiration, 1898 Πηγή: wikipedia
Έμπνευση
Επίμονο χάδι, πνοή μουσική τού επίμονου λόγου η συντροφιά μυστική συνοδεία, τούτος ο έρως τού λόγου, ρυθμός, δοκιμασία και παρηγοριά μαζί, με κάνει παράφορα έξαλλο.
Επίμονη μια καθαρή μυρωδιά, δίχως μυρωδιά φλοίσβος, ροή νερού, άσπιλη. Σαν διαμάντι απίθανο, ψυχρό, που αστράφτει ψυχρά, δυνατό, αίσθημα δυνατό.
Κρυστάλλινη μοναξιά, έκσταση μύχια η μοναξιά τότε, είναι ακτινοβολία τής ψυχής αβάσταχτη έπαρση, σαν δυστυχία έκθαμβη, πόνος ερωτικά απαράμιλλος.
Ω του λόγου αγάπη περίκαλλη, ο μονάχος άνθρωπος, όταν σε γνωρίσει, ξεπερνάει την ιδέα τής ύπαρξης.
Από τη συλλογή Της μοναξιάς και της έπαρσης (1951)
María Blanchard (1881-1935), Fillette endormie (painted circa 1925)
Ο πιο «δικοί» μου άνθρωποι στον κόσμο... οι ποιητές που αγάπησα
Ήμουν μοναχικό παιδί. Μοναχοπαίδι και μοναχοκόρη μεγάλων γονιών. Για φαντάσου… μέσα σε μια αράδα τρεις φορές έγλειψα τη λέξη «μοναξιά». Δύσκολο πράγμα και βαρύ για τους ώμους ενός παιδιού.
Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, έβλεπα βιβλία και περιοδικά γύρω μου. Όλοι κάτι διάβαζαν. Κι ο πρώτος μου καημός ήταν πότε πια θα μπορώ κι εγώ να διαβάζω. Κι όλο μου λέγανε «άμα μεγαλώσεις». Και δεν μου άρεσε να μου διαβάζουν. Ήθελα να 'χω τα δικά μου βιβλία. Κι ούτε ήταν οι ζωγραφιές μέσα στα παιδικά παραμύθια που μου τραβούσαν την προσοχή. Ήταν εκείνα τα μαγικά εξώφυλλα κάθε λογής βιβλίου με τους πίνακες ζωγραφικής ή τα παραμυθένια χρώματα – η παλέτα του ονείρου (μου). Ήταν κι εκείνα τα μαυριδερά διαολάκια μέσα στις σελίδες τους. Άλλα μικρά και πυκνά, άλλα μεγάλα που φάνταζαν τερατωδώς πελώρια στα παιδικά μου μάτια. Σαν εκείνα που στόλιζαν τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων κι απορούσα γιατί έπρεπε να περιμένω να μεγαλώσω κι άλλο για να τα διαβάσω, αφού κανείς δεν έδειχνε να δυσκολεύεται την ώρα της ανάγνωσης.
Τα μεσημέρια με στέλνανε να κοιμηθώ κι εγώ δραπέτευα απ' το κρεβατάκι μου και καθόμουν στην πόρτα του υπνοδωμάτιου της γιαγιάς μου, της πιο αγαπημένης θείας της μάνας μου, και κοίταζα με δέος τις εφημερίδες και τα βιβλία που έπαιρνε μαζί της στο κρεβάτι. Στην αρχή έκανε πως δεν μ' έβλεπε κι ύστερα με λυπόταν να ξεροσταλιάζω στο κατώφλι και με μάζευε στα πόδια του κρεβατιού κι εγώ κοίταγα με μάτια ορθάνοιχτα την πίσω πλευρά του βιβλίου ή της εφημερίδας της και τη ρωτούσα τι λέει μήπως καταλάβω κάτι παραπάνω. Ώσπου μια μέρα με σπλαχνίστηκε, έβαλε μπροστά μου την εφημερίδα μες στο καταμεσήμερο στο κρεβάτι κι άρχισε να μου μαθαίνει ένα ένα τα γράμματα. Πρώτα τα κεφαλαία, μετά τα μικρά, πώς να τα γράφω και πώς να τα προφέρω και ξαφνικά ήξερα κι εγώ γράμματα. Το πρώτο μεγάλο όνειρο της ζωής μου έγινε πραγματικότητα αστραπιαία. Το πολύ σ' ένα μήνα. Η γιαγιά που ήταν δασκάλα βρήκε την πιο καλή μαθήτρια που συνάντησε στη ζωή της, όπως έλεγε, κι εγώ την άγια χαρά μου - κι ήμουν μόλις 3,5 χρονών. Ο κόσμος των μεγάλων με τα πολλά φανταχτερά βιβλία δεν ήταν πια αποκλειστικά δικό τους προνόμιο κι εγώ πίστευα ότι, αφού έμαθα γράμματα, γρήγορα θα κατακτούσα το σύμπαν.
Ήμουν μοναχικό παιδί- μοναχοπαίδι και μοναχοκόρη μεγάλων σε ηλικία γονιών. Απ' το φόβο και τη λαχτάρα τους μην πάθω κάτι δεν μ’ άφηναν να βγαίνω έξω και να παίζω παρά ελάχιστες φορές, μην τυχόν ιδρώσω και κρυώσω. Κανείς δεν μ' εμπόδιζε, όμως, να διαβάζω. Κι ας ίδρωνα πολύ περισσότερο πάνω στα βιβλία. Τα «καταβρόχθιζα» και ξαναμμένη έτρεχα στο επόμενο. Είχαμε βρει τη χρυσή τομή - στους μεγάλους αρέσει να βλέπουν τα παιδιά να διαβάζουν κι εγώ είχα την ησυχία μου. Αν ζητούσα να βγω με τους συμμαθητές μου γινόταν επανάσταση και καβγάς μεγάλος. Έλεγα ότι έχω διάβασμα (όχι για το σχολείο) κι επικρατούσε «άκρα του τάφου» σιωπή στο σπίτι για να μη με ενοχλήσουν.
Ήμουν μοναχικό παιδί. Αλλά δεν ήμουν πια μόνη. Παρέα μου ήταν οι ήρωες των βιβλίων μου και φίλοι μου οι συγγραφείς τους. Στους παιδικούς μου εφιάλτες ερχόταν ο «Γεροστάθης» και μου μάθαινε να μη φοβάμαι κι ήταν κι εκείνος ο Γιοβάν από «Τα μυστικά του βάλτου» που πιανόμασταν χέρι χέρι και οργώναμε τον κάμπο των Γιαννιτσών. Βλέπεις, στα όνειρά σου κανείς δεν μπορεί να σ' εμποδίσει να τρέξεις, να παίξεις και να ιδρώσεις όσο θες εσύ.
Κάποια στιγμή μέσα στα παιδικά μου βιβλία «έσκασε μύτη» η ποίηση. Θα 'μουν περίπου 12 χρονών όταν μου κάνανε δώρο τα «Άπαντα» του Διονυσίου Σολωμού. Στα 13 μου είχα ήδη διαβάσει όλο το βιβλίο κάμποσες φορές.
Κι αμέσως μετά τη μεταπολίτευση, στα 14 μου ακόμα, ήρθε στα χέρια μου άλλο πολύτιμο δώρο, την Πρωτοχρονιά του ’75. Ήταν η «ελληνική ανθολογία της νέας ποιήσεως» του εκδοτικού οίκου Άγκυρα. Στρατιές άγνωστων για μένα ποιητών περνάγανε μπρος από τα έκπληκτα μάτια μου. Βλέπετε, η χούντα είχε φροντίσει να έχουμε ελάχιστους ποιητές στα αναγνωστικά μας και ποιήματα μόνο ηθοπλαστικού περιεχομένου, ει δυνατόν στην καθαρεύουσα και πρωτίστως ομοιοκατάληκτα. Κι εγώ, ξαφνικά, έβλεπα ότι ο κόσμος γράφει αλλιώς. Βέβαια, είχα ρίξει πρωτύτερα κάτι κλεφτές ματιές στις βιβλιοθήκες συγγενών όπου φιγουράριζαν ο Σεφέρης, ο Καβάφης, ο Ρίτσος, ο Ελύτης, ο Εμπειρίκος, αλλά οι άνθρωποι φρόντιζαν να με αποθαρρύνουν ώστε να μην τα διαβάσω μεσούσης της δικτατορίας και μου ξεφύγει πουθενά καμιά κουβέντα κι έχουμε άλλες ιστορίες.
Συνέχιζα να 'μαι μοναχικό παιδί. Αλλά δεν ήμουν ποτέ μόνη. Με παίρναν απ' το χέρι οι μεγάλοι μας ποιητές και με σεργιάνιζαν στα πέρατα του κόσμου, στα πιο απόκρυφα μονοπάτια του μυαλού και της ψυχής τους, σε κάτι σπηλιές ανήλιαγες μα τόσο φωτεινές μέσ' απ' τους στίχους τους.
Στις αρχές του 1975, λοιπόν, η χούντα είχε ήδη πέσει κι εκεί αρχίσαν όλα - δηλαδή ένα συνεχές και μονίμως ημιτελές δικό μου φλερτ με τη ποίηση, μια σχέση αγάπης και μίσους, όπου οι φάσεις λατρείας προς την πεζογραφία και αδιαφορίας προς την ποίηση συνεχώς αντιστρέφονταν και διαδέχονταν η μία την άλλη. Κάποτε μεγάλωσα, ωρίμασα (τουλάχιστον στο θέμα αυτό) και οι δύο αυτές αγαπημένες μου μορφές γραπτού λόγου συμφιλιώθηκαν μέσα μου. Έκτοτε άρχισαν να συγκατοικούν αναίμακτα και ειρηνικά στα ράφια τόσο της βιβλιοθήκης μου όσο και της ψυχής μου.
Παραμένω μοναχικός άνθρωπος. Αλλά δεν είμαι ποτέ μόνη. Οι ποιητές που αγάπησα ήταν, είναι και θα είναι οι πιο «δικοί» μου άνθρωποι στον κόσμο και ποτέ δεν μου αρνήθηκαν τη συντροφιά τους. Ποτέ δεν έπαψαν να με παίρνουν απ' το χέρι για να ταξιδέψουμε μαζί και να βρεθούμε πιο κοντά στο φως και τ' όνειρο.
Παραφράζω συχνά τη λαϊκή ρήση για τους φίλους λέγοντας «δείξε μου τι διαβάζεις να σου πω ποιος είσαι». Και ξέρω τι διαβάζουν οι φίλοι μου και ποιοι είναι.
Αυτό το ιστολόγιο αφορά τους πιο δικούς μου ανθρώπους και απευθύνεται στους φίλους μου. Δεν θα 'χει διαφημίσεις, δεν θα 'χει περιττές ετικέτες, συνδέσμους και παραπομπές, δεν θα 'χει βιογραφικά και άλλες πρόσθετες κι ανούσιες πληροφορίες. Τα ποιήματα που αγάπησα και τα ποιήματα που θ' αγαπήσω τα παρουσιάζω αλλού. Τα ποιήματα που θεωρώ πολύ σπουδαία τα ανθολογώ αλλού.
Εδώ ανοίγω την ψυχή μου στους φίλους μου, παίρνω αγκαλιά τους πιο «δικούς» μου ανθρώπους και σας τους συστήνω έναν προς έναν. Χωρίς ταμπελάκια και φιοριτούρες - σκέτους. Όπως τους έκανε η μαμά τους κι όπως γεννήσαν οι ίδιοι τα δικά τους παιδιά, τα ποιήματά τους. Εδώ θα σας δείξω τα γραπτά των ανθρώπων που τους χρωστώ τις σκέψεις μου, τη στάση ζωής μου, την προσωπική μου αισθητική, τα συναισθήματά μου, την ίδια μου την υπόσταση και την αντοχή μου σ' όλα τα δύσκολα ως τώρα.
Δεν θα μετρήσει ο αριθμός των δημοσιευμένων ποιημάτων ούτε ο αριθμός των ποιητών. Τι σημασία έχουν όλα αυτά τα νούμερα όταν μιλάμε για τους ανθρώπους που άφησαν κι αφήνουν ανεξίτηλο το σημάδι τους επάνω μου; Καμιά αξία δεν έχουν οι αριθμοί, καμιά αξία οι λογοτεχνικές και φιλολογικές αναλύσεις κι οι ανθολογήσεις – εδώ μιλάμε για την ψυχή μας, τη δικιά μου ψυχή, την ψυχή των φίλων μου και την ψυχή των ποιητών «μου».
Ο Ελύτης μού έμαθε τι θα πει να ζεις μ' έναν ήλιο στην καρδιά, ο Σεφέρης τι θα πει να γράφεις απλά για να μπορείς να είσαι πολίτης του κόσμου, ο Θέμελης τι θα πει φως και έρωτας, ο Καβάφης τι θα πει Ιθάκη, η Καρέλλη τι θα πει ψυχή και ύπαρξη και πάει λέγοντας... ας μη σας φανερώσω από τώρα όλους τους ποιητές «μου».
Όπως βλέπετε, θα έχουμε δρόμο μακρύ μπροστά μας… καλά να 'μαστε όλοι και όρεξη να 'χουμε να διαβάζουμε τους στίχους, τους ποιητές, τους ανθρώπους γύρω μας.
Κυρίες και κύριοι, σας παρουσιάζω ό,τι πιο ακριβό έχω: τους πιο «δικούς» μου ανθρώπους στον κόσμο... τους ποιητές που αγάπησα.
Βίκυ Παπαπροδρόμου Οκτώβρης 2008
Σημείωση Ο πίνακας πίσω από τον τίτλο του ιστολογίου: Lecture του Pierre-Auguste Renoir (1890) - λάδι σε καμβά (33,7 Χ 41,33 εκατοστά), από το Museum of Fine Arts του Χιούστον.
στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα ένα γαλάζιο αστραφτερό κι απρόσιτο μια δίψα ψηλά στο μυστικό κελάρι τ’ ουρανού μπρούσκο εκλεκτό της μνήμης
στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα όπως γυναίκα σε φανταστική οθόνη που ως αργά τη νύχτα μεταφράζει όνειρα στη διάλεκτο της μοναξιάς
όσοι εδώ μέσα μπήκαν έφυγαν άφησαν πίσω τα βιβλία τους, τις μουσικές κάτι απ’ το χνώτο τους ένα αποτσίγαρο μες στον πηχτό ντελβέ
άφησαν πίσω τους κενό και αινίγματα κάδρα που όρθια γέρνουν χρώματα που θαμπώνουν μες στο φως διπλό κρεβάτι για το αχ χωρίς το άγγιγμα τον κούφιο ήχο του νερού στο μπάνιο ένα λυγμό που δεν διαλύει την πέτρα μέσα της
στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα σαν ποίημα που υπόσχεται το μακρινό ταξίδι ή σαν ψυχή που πρόδωσε αυτό το κάτι στη φωνή της και τώρα πνίγεται μέσα στο καθημερινό της τίποτα μέσα στην έπαρση και τη λαχτάρα της
Αδημοσίευτο ποίημα (2008)
Όθων Περβολαράκης, Ο Δημήτρης Π. μελετά (1930)
Σοφία Κολοτούρου, Ανέστιοι και πλάνητες
αφιερωμένο στον Lord of Pain
Φίλοι μου είναι πια μόνο οι συνοδοιπόροι σ' ένα δρόμο γυμνό της μοναξιάς. Μιλήσαμε την ίδια γλώσσα, ταξιδέψαμε στα ίδια τοπία εκτός κι εντός. Κυρίως εντός μέσα από τα βιβλία που έγραψαν άλλοι ή κι εμείς.
Φίλοι μου οι ποιητές στη δημιουργία.
Με τους άντρες συνουσιαστήκαμε ή βιώσαμε μοναχικές ηδονές σε δρόμους παράλληλους. Με τις γυναίκες μοιραστήκαμε τα ίδια βιώματα κι όλοι επικοινωνήσαμε με την Ψυχή του Κόσμου.
Σύντροφοι στην ίδια πορεία, βοηθήσαμε ο ένας τον άλλον να καταλάβει. Τώρα καθώς -πάντα μοναχική- κατασκηνώνω κάτω απ' τ' αστέρια, σκέφτομαι τους φίλους μου που ανέστιοι και πλάνητες γυρνούν.