ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ

11.1.12

Νικηφόρος Βρεττάκος, Ο κόσμος κι η ποίηση

Ο κόσμος κι η ποίηση

Απλά πράγματα όλα. Η τάξη τους είναι
φροντισμένη απ' το χέρι σου. Μια δέσμη από χρώματα
στο βάζο του χρόνου.
Άλλωστε, τι
θαρρείς πως στο βάθος είναι η ποίηση; Είναι η γύρη
των πραγμάτων του σύμπαντος. Η γύρη σε πράξεις,
η γύρη σε οδύνη, σε φως, σε χαρά, σε αλλαγές,
σε πορεία, σε κίνηση.
Η ζωή κι η ψυχή
σ' ένα αιώνιο καθρέφτισμα μέσα στο χρόνο.

Τι νομίζεις λοιπόν· κατά βάθος η ποίηση
είναι μι' ανθρώπινη καρδιά φορτωμένη όλον τον κόσμο.


Από τη συλλογή Το βάθος του κόσμου (1961) του Νικηφόρου Βρεττάκου


Καλή μας χρονιά!

1.1.11

Γιώργος Θέμελης, Μάταια πράγματα



John Lennon & Paul McCartney, All you need is love (The Beatles, 1967)

[Από την ενότητα Α'. Το δίχτυ των ψυχών]

Μάταια πράγματα


Γιατί, Θεέ μου, να μην μπορούμε
Να βρεθούμε ολόκληροι μες στην αγάπη,
Να πρέπει να γίνουμε όνειρα
Ενανθρωπισμένα μες σ' έναν άλλο ύπνο,
Όνειρα, διάφανα φαντάσματα γυμνά.

Ως να μην είμαστε άνθρωποι,
Έμψυχα όντα, κρύβοντας την ωραιότητα
Από ζηλότυπα βλέμματα αγγελικά.

Ως νάμαστε πράγματα κλειστά κι ωραία, μάταια,
Καρτερικά, υπερήφανα, σαν τα βουνά.

Κοχύλια σκληρά, αλαβάστρινα, όστρακα άθραυστα,
Βράχοι αρράγιστοι, κύκνοι σιωπηλοί.

Κανείς δεν ακούει την ψυχή του άλλου.

Κανείς

Κανείς.


Από τη συλλογή Το δίχτυ των ψυχών (1965) του Γιώργου Θέμελη


Δύο ευχές και συνάμα προτροπές για το 2011: ας παλέψουμε για να μπορούμε να βρεθούμε ολόκληροι μες στην αγάπη κι ας αρχίσουμε ν' ακούμε την ψυχή του άλλου.

Καλή μας χρονιά!


Πηγή: Translatum

26.11.10

Ζωή Καρέλλη, Ηδυπάθεια


Salvador Dali, Rosa Meditativa (1958)
Πηγή: theartistsalvadordali.com

Ηδυπάθεια

Στο χέρι κρατούσε ένα ρόδο ανοιγμένο,
ένα ρόδο πολύ ανοιχτό.
Στο πρόσωπό της είχε το στόμα
μισοανοιχτό και τα χείλη ανοίγαν
στη θήκη γεμάτη χυμό
των δοντιών, τα ρόδινα ούλα
έφεγγαν, κοκκίνιζαν χωρίς ντροπή,
όπως το σπασμένο ρόδι, τ' ανοιχτό ρόδο.

*

Οι ωραίες γυναίκες είναι
λουλούδια και καρποί μαζύ.
Μη ζητάς πιο πολύ,
όταν η ζωή σού χαρίσει
το ένα και τ' άλλο.
Η ανάμνησή τους είναι
που ξυπνάει την αγιάτρευτη στέρηση.
Απ' αυτήν θρέψε την ακούραστη
ψυχή, ανθρώπινη,
της φαντασίας.


Από τη συλλογή Παραμύθια του κήπου (1955)

3.9.10

Ζωή Καρέλλη, Μουσικότητα

Γιάννης Σταύρου: Μετά τη βροχή, Θεσσαλονίκη (λάδι σε καμβά)
Πηγή: yannisstavrou.blogspot.com

Μουσικότητα

Έμορφη μουσικότητα των φθινοπωρινών
ημερών στη Θεσσαλονίκη,
όταν η βροχή πέφτει πότε πυκνή,
αραιώνει κι' ύστερα πάλι
πυκνώνει η ασημένια βροχή,
των πρώτων φθινοπωρινών ημερών,
διάφανη και λεπτή τόσο, σαν

σιγανή μουσική ομιλία γυναικών
στο φθινόπωρο της ζωής των.
Εκείνων των γυναικών που μένουν
ήσυχες και σιωπηλές, μοιάζουν,
λιγάκι περήφανες ή μελαγχολικές
και κάποτε, όταν μιλήσουν,
βιάζονται να πουν εκείνο
που ζητούν ίσως να λησμονήσουν.


Από τη συλλογή Παραμύθια του κήπου (1955)

28.5.10

Ζωή Καρέλλη, Κασσάνδρα

Solomon Joseph Solomon, Ajax and Cassandra, 1886
Πηγή: wikipedia

Κασσάνδρα (απόσπασμα)

Τ' είν' αυτά, τα μαύρα περιστέρια
που στα χέρια κρατάς, Κασσάνδρα;
Ποια θυσία 'τοιμάζεις περίεργη, ανήκουστη;
Θα γίνουν κοράκια τα πένθιμα τούτα πουλιά
και θα σου ξεσκίσουν σε λίγο
τα σωθικά σου, τα βλέμματα.
Διώξ' τα να φύγουν απ' την αγκαλιά σου,
διώξ' τα να φύγουν μακριά.
Τίποτα καλό, χαρούμενο δεν προμηνούν
στην ανήσυχη τόσο ψυχή μας.
Σπρώξ' τα από πάνω σου, κόρη του βασιλιά,
να μη σκαλώνουν απάνω σου,
τ' άγρια μαύρα πουλιά.

Ποιες Αιτίες είδες, Κασσάνδρα
και πόσο ανησυχείς και παθαίνεσαι;
Σα φάντασμα τριγυρνάς ανάμεσά μας,
μ' άλλου κόσμου φαντάσματα συνοδειά.
Πόσο μας τρομάζεις, πόσο μας τρομάζεις...
Σα να πρόκειται εσύ πια να τα πεις όλα,
σαν να ξέρεις της ζωής τα μυστικά
και του θανάτου πραγματικά πράγματα.
Τις μας ενοχλείς με λόγους βαρείς,
τα πεπρωμένα και τέτοια και τέτοια.
Τίποτα δεν θ' αλλάξει ό,τι κι αν πεις εσύ.

Ακόμα κι εμείς ακούμε
τα μυστικά περπατήματα της μοίρας,
μη θαρρείς πως αισθήσεις δεν έχουμε
τέτοιες της ψυχής προαισθήσεις,
εμείς όμως θέλουμε να τα ξεχάσουμε όλα.
Κόρη με το χαμένο βλέμμα,
με τη βαθιά μελαγχολία στο πρόσωπο,
σε βαρεθήκαμε στους χρόνους, στους καιρούς
που επανέρχονται ίδιοι, γιατί
ποτέ οι άνθρωποι δεν είναι διαφορετικοί.
Ξυπνούν ένα πρωί,
νέοι, ωραίοι, όπως είναι ο αδελφός σου,
όπως είναι οι ξένοι Αχαιοί,
που ο απερίσκεπτος νέος πρόσβαλε,
ξυπνούν οι άνθρωποι κι αισθάνονται
όλη την ηδονή, της ζωής τη δύναμη,
λησμονούν της ζωής τη διδαχή.

Εσύ, τι τριγυρνάς τώρα ανάμεσό μας
και δε μας αφήνεις ήσυχους;
Μήπως της καλλονής η αίγλη
ξύπνησε μέσα σου άλλα αισθήματα
κι εσύ δεν ξέρεις να τα χαρείς;
Βρίσκεις άλλης ζωής ομιλήματα
να πεις στους ανθρώπους,
τους μεθυσμένους από τη δύναμή τους.

Τι θέλεις να πεις, τι θέλεις;
Εμείς, εμείς, εμείς
αισθανόμαστε τούτη τη δύναμη
κι ούτε μπορούμε να διαλέξουμε άλλη.
Έχουμε βαρεθεί την οδύνη
και τις ύπουλες καλές πράξεις,
την υπομονή και τ' άλλα των ανθρώπων
καμώματα, που δεν έχουν παραδεχτεί
την ακέριαν αξία τους.
Εμείς μπορούμε και να πούμε,
πως ο θάνατος είν' άλλη ζωή, πιο ένδοξη.
Για να παρηγορηθούμε, τι δε σοφιζόμαστε.
Εσύ όλο τα ίδια λες,
καταστροφή, τιμωρία, καταστροφή.

Τ' είν' αυτά τα μαύρα κοράκια,
που στα χέρια κρατάς,
αντίς τα περιστέρια της Κύπριδας;
Θυσίες, θυσίες,
ως πότε να θυσιαζόμαστε πρέπει;
Τι να φυλάξουμε;
Τουλάχιστο θα ζήσουμε τώρα εμείς.
Κι ο Πρίαμος δεν του είπε κανείς
τόσα παιδιά ν' αποχτήσει,
για ν' ακούονται οι φωνές της Εκάβης
στης γης τα πέρατα,
στης επιστροφής τα χρόνια.
Ας έρθουν οι φλόγες της καταστροφής.
Όλα μέσ' στης ζωής τα βήματα είναι.
Μήπως εμείς διαλέγουμε τίποτα!
Κασσάνδρα, Κασσάνδρα,
είναι τα λόγια σου φρόνησης περιττής,
η θέλησή μας δε φτάνει.
Πάψε να διαλαλείς τη δυστυχία μας.
Έτσ' ή αλλιώς θα πεθάνουμε.
Κανείς δε θα σ' ακούσει.

Η μοναξιά σου είν' αμετάκλητη.
Στον απρόσιτο ζεις χώρο, εκείνου
που στην έρημο μέσα μιλεί.
Άφησέ μας στη μοίρα μας.
Κανένας δε θα μάθει ποτέ,
τίνος είν' η καλλίτερη.

Απ' όλα της μαντικής τα χαρίσματα
που μπορείς νάχεις,
άκουσε,
εκείνο που χρειαζόμαστε τώρα,
άκουσε, είναι της ηδονής το χαμόγελο,
για να ξεχνούμε τις δίβουλες αρετές,
για να μη βλέπουμε φαντάσματα,
για να μη σκεφτόμαστε παράξενες διαφορές,
μεταλλαγές ίδιες, στροφές απαράλλαχτες
στην οδύνη, στην προσπάθεια, στην προσμονή,
στην αδάμαστη του χρόνου ροή.
Όχι τα μελαγχολικά, φοβερά σου μάτια,
που παν και βλέπουν,
ποιος ξέρει ποια μέλλοντα,
μα τα έμορφα χείλη των γυναικών,
όπου ανάμεσα λάμπουν τ' άσπρα τους δόντια,
σαν αμύγδαλα δροσερά.
Η ζωή μάς ανήκει,
το μέλλον ανήκει στους θεούς,
αυτούς θα ξεπεράσουμ' εμείς;

Είν' αμαρτία, να μη ζεις
πλήρη της ζωής την γλυκιάν αμαρτία.
Τι περιμένεις; Ποια να φανερωθεί σημασία;

[...]


Από τη συλλογή Κασσάνδρα κι άλλα ποιήματα (1955)